top of page

My sketchbook 

scanned sketches > digital stories

 

February '21

20201218100549686_Page_2_edited.jpg

*

Ρομάντζο πολυτελείας,

εν μέσω πανδημίας,

μέχρι αηδίας

75Να.!

flev-02.jpg
white-texture.jpg

Ενας Φλεβάρης _ να _ θυμίζει Αύγουστο

Ρομάντζο πολυτελείας, εν μέσω πανδημίας , μέχρι αηδίας 75Να!.

 

Να ξυπνάμε πρωί.Ξημέρωμα.Χωρίς βίαιες κουδουνοκρουσίες. Να’ ναι τα μάτια μας καθρέπτες. Να΄ναι οι αναπνοές μας δροσερές σαν ένα ποτήρι νερό στην κάψα του καλοκαιριού. Να με γδύνεις αργά και να έρθει κι η σειρά μου. Με γέλια έτοιμα να αποφυλακιστούν από τα χείλια μας. Σ’ ένα δωματιάκι με άσπρες κουρτίνες, μια αυλή με καλαμωτή τέντα και γιασεμιά. Σ΄ένα νησί να πλέουμε, που βρηχάται αγρίως και να’ναι απίθανα. Βλέποντας τη θάλασσα. Να φορέσεις αργά με απειλητικά ερωτικό τρόπο το μαγιό σου, το δανεικό της μητέρας σου γιατί απλά σου πάει πολύ. Να βουλιάζεις στην ψάθινη τσάντα σου το αγαπημένο σου βιβλίο, τσιγάρα και καραμέλες δυόσμου, σταυρόλεξο κι ένα μολύβι, να φοράς το καπέλο σου και τα γυαλιά σου, να χαμογελώ, που όσο μεγαλώνεις και πληθαίνουν οι άσπρες σου τρίχες μου αρέσεις ακόμα πιο πολύ. Να ανυπομονείς να λουστείς τη θάλασσα κι εγώ να σε φωνάζω με το όνομά σου που κάποιες μέρες μοιάζει με χειμώνα. Να σε ρωτώ που πάς βιαστικά΄, στο ταξίδι αυτό τα διόδια πληρώνονται με φιλιά. Να κατηφορίζουμε τον κεντρικό δρόμο πασαρέλα, να χαιρετάμε γνωστούς κι αγνώστους, να παίρνω βερεσέ  λεμονάδα απ’ το καφενείο του κυρ Θόδωρου,  να μαλώνουμε για την τελευταία γουλιά. Να βουτάμε μετά στα αλμυρά νερά, να ασπρίζει το σώμα σου σαν χιόνι κι ύστερα στο ταβερνάκι της Μαρώς να πίνουμε παγωμένες μπύρες ή τσίπουρο χωρίς γλύκες και μαλακίες, με αλίπαστα, χταπόδι και στο τέλος κέρασμα του μαγαζιού υποβρύχιο βανίλια, να κολλάει στα δόντια σου κι εγώ να ανασαίνω τη μυρωδιά από το στόμα σου. Να ρεμβάζουμε προς τον ορίζοντα, να σκέφτομαι ταξίδια, επόμενους προορισμούς σε κάποιο καράβι, να χαζεύω το βάθος του ορίζοντα, να ελπίζω ότι κάπου οδηγεί αυτή η γαλάζια τρεμουλιαστή γραμμή. Να βλέπω σ’ αυτή τη γραμμή την οριζόντια, τη γαλήνη. Να’ ναι πότε ο δρόμος ευθύς και  πότε το κύμα, να ορμάμε θαραλλέοι και λίγο αμήχανοι στο άγνωστο, που έχει την αλμύρα του αλατιού του κορμιού σου.

Η Μαρώ να ανεβάζει την ένταση στο παλιό κασετόφωνο που της είχε χαρίσει ο άντρας της, να παίζει το αγαπημένο της τραγούδι, να τραγουδάμε “σου ‘φερνα στρείδια απ τ’ Ασπρονήσι, σου φτιάχνα τσάι γιασεμιού”, με γυμνά τα πόδια μας, να χορεύουν στο τσιμεντένιο πάτωμα που είχε πλύνει νωρίτερα η Μαρώ για να ηρεμήσει την κάψα της μέρας και των σωμάτων των θαμώνων. Να χαιρετάς φίλους σου, από νησιά, από Εξάρχεια, παλιούς έρωτες, να χαιρετάς αγνώστους. Αυτό συμβαίνει κάθε Αύγουστο, απλώνονται σαν τα νησιά οι άνθρωποι, σκορπίζονται. Κάποιοι στήνουν μια σκηνή κάτω από γέρικα ώριμα αλμυρίκια που φιλούν τα μυστικά τους, τόσα μυστικά, μιλούν για ανεκπλήρωτους έρωτες, για επιτυχίες, αποτυχίες, κουτσομπολιά κάθε λογής, για τη φουσκωτή κυρία, τη Φωφώ στη διπλανή ομπρέλα, καθήμενη στην πλαστική της καρέκλα παρέα με το φουσκωτό της σωσίβιο, να ατενίζει την περασμένη νεότητά της σε άγνωστες φιγούρες, να νοσταλγεί τους πόθους της, να μαλακώνει τα πάθη που κουβαλά στην πλάτη και στην κοιλιά της, μια δυο τρείς ποιός ξέρει πόσες ζωές στα στήθη της, βυζιανιάρικες υπάρξεις που πλατσουρίζουν στον αφρό της θάλασσας.Γυναίκες ,καρυάτιδες να λανσάρουν το μοντέρνο τους μαγιό, να βυζαίνουν γάλα τα μωρά τους, να τρελαίνονται να ικανοποιήσουν το σύζυγο, να θρέψουν με ήλιο το νεογέννητο.Ενα μπουλούκι.Μέσα κι εμείς.Αγωνιώντας για ηρεμία, μια σέκτα , απ’ έξω ζωντανοί, μα από μέσα ο Θεός να τους φυλάξει.Ο Θεός.Το ανώτερο ανθρώπινο ον. Καλύτερα να κοιταζόμαστε. Να μπλέκουμε τα βλέμματά μας. Να μαλώνουν, μετά να σμίγουν με φιλιά και χάδια ευγενή. Να μπαίνουμε στο λεωφορείο της γραμμής που πηγαίνει στο διπλανό χωριό, εκείνο που μυρίζει έρωτα, να ακούμε τραγούδια της χαράς, της Ευτυχίας, όχι της ποθητής, της Ευτυχίας που έγραψε για την ευτυχία της ζωής, για την ευτυχία την ίδια, που να’ ναι σαν ψέμα, μια πνοή.Μ ‘ αυτή που έρχεσαι και μ’ αυτή που φεύγεις. Να σιγοψιθυρίζεις το τραγούδι του καλοκαιριού σου, να σιγοψήνεσαι χωρίς αντιηλιακό που τόσο σου αρέσει.Εκεί στο νησί μου , προστασία βρίσκεις κάτω από δέντρα γεμάτα αναμνήσεις, δίπλα στη θάλασσα τη δυτική δίπλα από την Καντίνα που έχει ένας μουσικός.

Αν θες να καείς, καίγεσαι.Αντιηλιακά, αντικουνουπικά, αντισυλληπτικά, ποιός Αύγουστος, ποιό καλοκαίρι χρειάζεται αυτά τα αντί.Αυγουστος θα πεί “σεβαστός”. Δεν του ταιριάζουν ούτε λούσα ούτε φτιασίδια. Θερινή ραστώνη, σινεμαδάκι, συναυλία, μπύρα στο χέρι, από το περίπτερο την φτηνιάρικη κι έπειτα έρωτα στην αμμουδιά. Να βουτάμε ξανά, να βαφτιζόμαστε ξανά κι ύστερα τσιγάρο, παγωμένο αγγούρι ή φρούτο πλυμμένο στη θάλασσα.Σταυρόλεξο, βιβλίο και ξανά τσιγάρο, να χασκογελάμε ενδιάμεσα, να σου λέω ότι οι πληγές γιατρεύονται μ’ αλάτι, αυτό της θάλασσας, να με λές ρομαντική, να ενώνω τα φρύδια σαν έφηβος απορρημένος που αναζητά την ταυτότητά του ανάμεσα σε άλλες ταυτότητες. Κι όταν βραδιάζει, να δροσίζουμε τα χείλη μας με μπύρα, φιλί,μπύρα, φιλί, φιλί, φιλί… Να σουρουπώνει κι εμείς ταξιδευτές σε άφθονους Αυγουστους, άφθονα καλοκαίρια, στα άφθονα μπλε. Να σου γράφω ποιήματα, να μου λές για μένα τα γράφεις ? να παλεύουμε ανάμεσα στους στίχους του Τίτου, της Κατερινας, του Ντίνου, να λυτρώνεσαι , να κλέβω το “αχ” σου ακούγοντας Χατζή και Γκάτσο. Να θέλω τον έρωτά σου, τα χέρια σου, να λές γυναίκα μου. Λέω να πηγαίνουμε τώρα. Θυμήθηκα το νησί μου σήμερα.Τη θάλασσα , 36 έτη τη ζούσα. Να πλύνουμε το αλάτι της μέρας από πάνω μας, να αφήσω μόνο τα μαλλιά μ’ αλμύρα, μοιάζουν πιο όμορφα, να πάμε στο μπάρ κοντά στην πλατεία του νησιού, που θυμίζει Καζαμπλάνκα, να με φλερτάρεις από την αρχή, να πίνω το ποτό μου, να με μεθάς εσύ. Να μπλέκονται οι ήχοι του τσέλο με το μπαγλαμά και την ηλεκτρική κιθάρα, να μεθάμε από δίψα για ζωή σαν να ήταν η τελευταία μας νύχτα στη Γη. Να μου μιλάς για αηδίες, για βλακείες, για έρωτες, για έρωτες που ήταν βλακείες. Κι όταν πια ξημερώσει , να κάνουμε το Φλεβάρη να θυμίζει Αύγουστο, τους χειμώνες καλοκαίρια. Να γίνουμε πληθυντικός αριθμός ευτυχισμένων στιγμών. Να γίνουμε Αύγουστος, μια μέρα ζεστή γεμάτη ήλιο , να θυμίζουμε καλοκαίρι.Να.!

"ιδού λοιπόν

η εποχή των συμπλεγμάτων"

"είναι τα οράματα που λείπουν"

διότι δεν κ.τ.λ

"είναι ο φόβος

όχι τίποτα σπουδαίο φυσικά "

P8.jpg

και Να.!

Να.!

Να.!

Dimos Moutsis - Na!Artist Name
00:00 / 05:21

© 2020 by Studio Memo

design profile

photography profile

bottom of page